α) Από το όργωμα του χωραφιού μέχρι την πώληση της σοδειάς
Ο καπνός δεν ήταν μια καλλιέργεια που άρχιζε και τελείωνε μέσα σε λίγους μήνες. Για την οικογένεια του καπνοπαραγωγού η χρονιά του καπνού άρχιζε πολύ νωρίτερα από τη στιγμή που θα έμπαινε ο σπόρος στο χώμα και τελείωνε μόνο όταν η τελευταία σοδειά θα έφευγε από το σπίτι για να πουληθεί.
Ήταν μια δουλειά που απαιτούσε τη συμμετοχή όλων. Ο πατέρας, η μάνα, τα παιδιά, ακόμη και οι ηλικιωμένοι, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, είχε κάτι να κάνει. Άλλος όργωνε, άλλος έσκαβε, άλλος φύτευε, άλλος πότιζε, άλλος έσπαζε τα φύλλα και άλλος, στο σπίτι, περίμενε να τα αρμαθιάσει.
Κοιτάζοντας σήμερα τις παλιές φωτογραφίες, αυτό φαίνεται καθαρά. Δεν βλέπουμε έναν άνθρωπο να καλλιεργεί μόνος του ένα χωράφι. Βλέπουμε ολόκληρη την οικογένεια μέσα στο χωράφι. Οι φωτογραφίες δεν είναι απλώς εικόνες μιας αγροτικής εργασίας• είναι εικόνες μιας ολόκληρης κοινωνίας που ζούσε από τη γη.
Η καλλιέργεια του καπνού έδινε ένα καλό εισόδημα με το οποίο μπορούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη των ετήσιων αναγκών της οικογένειας.
Στην αρχή της μετεγκατάστασής τους, μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών των Προσφύγων το 1923, η καλλιέργεια ήταν πολύ δύσκολη, αφού διέθεταν ελάχιστα μέσα. Το Κράτος μοίρασε σε κάθε ομάδα συγγενών ένα βόδι ή μουλάρι, ένα κάρο και ένα αλέτρι. Στον παππού μου έδωσε ένα βόδι, τον «Πόζον», στον αδελφό του επίσης ένα βόδι, τον «Σαρίν», και στη χήρα αδελφή τους τον «Πουρτούζ», μαζί με ένα αλέτρι και ένα κάρο. Δημόσιες εκτάσεις που βρίσκονταν απέναντι από τη Νεράιδα, μετά τη γέφυρα, μεταξύ της Εθνικής Οδού προς Σέρβια και του δρόμου προς Βελβεντό (Ιμίρ – Τσαΐρ), δόθηκαν για δυναμικές καλλιέργειες, όπως ο καπνός, τα καλαμπόκια και τα μποστάνια.
Για να γίνει όμως καπνοχώραφο μια έκταση, δεν αρκούσε το καλό χώμα• χρειαζόταν και νερό.
Οι εκτάσεις αυτές αρδεύονταν από ένα ρυάκι που κατέβαινε από τα Σέρβια.
Αργότερα δόθηκαν επί πλέον εκτάσεις μεταξύ του χωριού και του ποταμού Αλιάκμονα , νοτιοανατολικά της Νεράιδας, όπως επίσης και άλλα ανατολικά της Νεράιδας προς τα Ιμερα.
Οι δύο αυτές εκτάσεις από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 αρδεύονταν από υδραυλικές αντλίες τις οποίες είχαμε ονομάσει “Μηχανές Τότου” και οι οποίες ήταν εγκατεστημένες η μία δίπλα στον μύλο του Νεόφυτου Παμπούκογλου μέσα σε συστάδες πλατανιών και η άλλη προς τα Ιμερα στην περιοχή του Παλιόμυλου.
Η πρώτη ανέβαζε το νερό από τις πηγές της όχθης του Αλιάκμονα, στην δεξαμενή ύδρευσης και άρδευσης της Νεράιδας, από εκεί διοχετεύονταν μέσω τσιμεντένιου καναλιού πλάτους 50 εκ. και ύψους 50 εκ., το οποίο ενώνονταν με το άλλο κανάλι, το οποίο προέρχονταν από την Αντλία του Παλιόμυλου.
Τα κανάλια αυτά είχαν κατασκευαστεί βόρεια της Νεράιδα και παράλληλα με το δρόμο Ιμέρων, μέσω χωμάτινου χαντακιού διοχετεύονταν το νερό για άρδευση στα καπνοχώραφα.
Ηταν έργα εκείνης της εποχής πραγματικά αναπτυξιακά και πρωτότυπα, τα οποία έγιναν επί προεδρίας του Ιωάννη Γκοτζαμπουγιούκη.


β) Καλλιέργεια του καπνού
Η καλλιέργεια του καπνού ξεκινούσε, από την προηγούμενη χρονιά με την προετοιμασία του καπνοχώραφου.
Μετά τα πρώτα πρωτοβρόχια ξεκινούσαν το όργωμα όχι μόνο στα καπνοχώραφα, αλλά και στα χωράφια στα οποία θα έσπερναν τα σιτηρά. Δύσκολη και επίμονη εργασία, ξεκινούσαν το χάραμα φορτώνοντας στο κάρο τριφύλλι, γιαρμά για τα ζώα και νερό και στον ντορβά είχε ψωμί τυρί, ελιές, τουρσί και λίγο ρακί, επέστρεφαν στο σπίτι κουρασμένοι όταν σουρούπωνε.

γ) Η σπορά
Τον Μάρτιο άρχιζε μια από τις πιο λεπτές εργασίες.
Σε ένα ευήλιο μέρος του κήπου ετοιμάζονταν οι αυραγιές, λωρίδες μήκους 5 έως 10 μέτρα ανάλογα με το διαθέσιμο χώρο και πλάτος 1 μέτρου περίπου, με υπερυψωμένο χώμα αναμειγμένο με κοπριά έριχναν στα σπόρια του καπνού και στην συνέχεια τα κάλυπταν με μπόλικη κοπριά.
Οι αυραγιές σκεπάζονταν με νάιλον για να προστατεύονται από το κρύο. Ήταν μια μικρή, σχεδόν οικογενειακή «φυτωριακή» εγκατάσταση, φτιαγμένη με τα διαθέσιμα μέσα της εποχής

δ) Η μεταφύτευση
Τον Μάιο ξεκινούσε η μεταφύτευση στα εύφορα χωράφια.
Ξεκινούσαν πολύ πρωί, πριν ακόμη ξεπροβάλει ο ήλιος.
Πρώτα πότιζαν τις αυραγιές με το ποτιστήρι, για να είναι μαλακό το χώμα.
Στην συνέχεια διαλέγοντας από την πληθώρα των φυτών, τα πιο ζωηρά και ανεπτυγμένα, τα ξερίζωναν και τα τοποθετούσαν με σειρά και προσεκτικά για να μην πληγωθούν, σε μεγάλα κοφίνια.
Στο χωράφι η εργασία γινόταν γιορτή αλληλεγγύης: συγγενείς, γείτονες και φίλοι βοηθούσαν ο ένας τον άλλον.
Ο αρχηγός της οικογένειας άνοιγε με την τσάπα παράλληλες αυλακιές, στις οποίες θα φυτεύονταν τα φυτά του καπνού.
Για να ανοίγουν τρύπες χρησιμοποιούσαν ένα εργαλείο το “τσιβί”(τούρκικης προέλευσης), αυτό ήταν ένα κομμάτι ξύλου (συνήθως κλαδί δένδρου) μήκους περίπου 50 εκ. το οποίο η μία άκρη του ήταν κωνική (μυτερή) από μέταλλο.
Πίσω από τον αρχηγό, ακολουθούσε ένας ο οποίος έριχνε νερό στο σημείο που θα φυτεύονταν το φυτό και άνοιγε με το “τσιβί” τις τρύπες.
Οι γυναίκες που ακολουθούσαν έπιαναν το φυτό, πίεζαν τη ρίζα μέσα στην ανοιγμένη τρύπα με τον δείκτη του χεριού και στη συνέχεια τη σκέπαζαν με χώμα.







ε)Το σκάλισμα
Μετά τη μεταφύτευση άρχιζε ένας άλλος αγώνας. Το χωράφι έπρεπε να σκαλίζεται και να ποτίζεται ξανά και ξανά. Το χώμα έπρεπε να μένει καθαρό από τα αγριόχορτα και το φυτό να βρίσκει χώρο να αναπτυχθεί.

Θυμάμαι ο αδελφός μου συναγωνίζονταν την μητέρα μου, εγώ επειδή δυσκολευόμουν πολύ και με λυπόνταν, μου έλεγαν κάνε εσύ μια σειρά και εμείς από 20 σειρές, αλλά θυμάμαι αυτή η έρημη σειρά δεν τελείωνε ποτέ, μέχρι να φύγουμε από το χωράφι.
ζ) Σπάσιμο
Από τα μέσα Ιουνίου και για ολόκληρο το καλοκαίρι, η ζωή μεταφερόταν ολοκληρωτικά στο χωράφι.
Ο καπνός έπρεπε να μαζευτεί την κατάλληλη στιγμή, τα φύλλα έπρεπε να έχουν φτάσει στο στάδιο που ήταν κατάλληλα για σπάσιμο.
Τα ώριμα φύλλα αναγνωρίζονταν από το χρώμα του, το έντονο πράσινο αρχίζει να κιτρινίζει ελαφρώς, η επιφάνεια του φύλλου γίνεται ανάγλυφη (ρυτιδώνει) και οι άκρες του γυρίζουν ελαφρώς προς τα κάτω.
Αν σπάσει το φύλλο νωρίς, μένει σκούρο και άοσμο υποβιβάζοντας την ποιότητα και αν στο τέλος δεν καθαριστεί, μένει απούλητο και οδηγείτε στο κάψιμο, το απαραίτητο πετρέλαιο επιβαρύνει το παραγωγό.
Η τεχνική που χρησιμοποιούσαν ήταν το πιάσιμο του φύλλου, από την βάση του και με μια γρήγορη κοφτή κίνηση προς τα κάτω, το αποσπά από τον κορμό.
Το μάζεμα των φύλλων, το λεγόμενο «σπάσιμο», ήταν μια σταδιακή διαδικασία που χωριζόταν σε έξι φάσεις, τα «χέρια».
Τα “πρώτο χέρι” ήταν το σπάσιμο – μάζεμα των κατώτερων δύο ή τριών φύλλων του κορμού, τα οποία ήταν μικρά και με πολύ σκόνη, όχι μόνο ήταν δύσκολο το σπάσιμο, γιατί έσκυβες πολύ, αλλά και δύσκολο το αρμάθιασμα, διότι είχαν λεπτό κοτσάνι και ήταν δύσκολο να περάσει στην βελόνα
Το “δεύτερο χέρι“ ήταν τα επόμενα δύο φύλλα, τα οποία ήταν μεγαλύτερα και με χοντρό κοτσάνι, εύκολο στο σπάσιμο και στο αρμάθιασμα.
Ακολουθούσαν το τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο(τα ούτσια) χέρι.
Ο καλός τεχνίτης σπάει τα φύλλα, τα τοποθετεί με προσοχή στη χούφτα του, το ένα πάνω στο άλλο, δημιουργώντας μικρά ματσάκια, φροντίζοντας τα κοτσάνια να είναι στραμμένα προς την ίδια κατεύθυνση και στην συνέχεια τα τοποθετούσε ανάμεσα στις σειρές.
Το τελευταίο σπάσιμο – μάζεμα ήταν το “έκτο”(ούτσια), αυτό ήταν πιο εύκολο γιατί το έσπαγες όρθιος, αλλά πολύ δύσκολο στο αρμάθιασμα.
Για εμάς τα παιδιά τότε, τα καπνά ήταν συνώνυμα της στέρησης. Το καλοκαίρι, την εποχή που άλλα παιδιά έπαιζαν, κολυμπούσαν ή ψάρευαν ψάρια με τα χέρια στο ποτάμι, εμείς βρισκόμασταν στα χωράφια για να βοηθήσουμε στο σπάσιμο ή στην αυλή του σπιτιού για το αρμάθιασμα, δουλεύοντας από το πρωί μέχρι το βράδυ.
Η μοναδική μέρα που περιμέναμε ήταν ο Δεκαπενταύγουστος. Ήταν η μεγάλη γιορτή και θεωρητικά αργία. Στην πράξη, όμως η ξεκούραση κρατούσε μόνο λίγες ώρες. Το απόγευμα πηγαίναμε πάλι στο καπνοχώραφο, για το μάζεμα των φύλλων του καπνού, ώστε την επόμενη το πρωί να υπάρχουν φύλλα, για αρμάθιασμα από όσους έμεναν στο σπίτι, μέχρι να επιστρέψουν οι υπόλοιποι από το πρωινό μάζεμα.
Το σπάσιμο ξεκινούσε πολύ νωρίς το χάραμα (γύρω στις 3:00 με 3:30 το πρωί) και σταματάει μόλις αρχίσει να καίει ο ήλιος (κατά τις 9:00 με 10:00). Ο λόγος είναι ότι τα φύλλα πρέπει να έχουν επάνω τους τη δροσιά της νύχτας (υγρασία), ώστε να είναι ελαστικά.
Αν μαζεύονταν με ζέστη, όχι μόνο μαραίνονταν και κόλλαγαν στα χέρια λόγω της έντονης ρετσίνης (κόλλας) που εκκρίνουν, αλλά γινόταν και πολύ δύσκολο το αρμάθιασμα.


η) Αρμάθιασμα (Βελόνιασμα)
Το αρμάθιασμα είναι η διαδικασία όπου τα φύλλα περνιούνται σε σπάγκο για να δημιουργηθούν οι “αρμαθιές”, οι οποίες στη συνέχεια θα κρεμαστούν για να ξεραθούν (αποξήρανση).
Μόλις τα κοφίνια επέστρεφαν γεμάτα στο σπίτι, ξεκινούσε το αρμάθιασμα. Στον σκιερό χώρο της αυλής ή κάτω από τα υπόστεγα, επιστρατεύονταν οι μεγάλες καπνοβελόνες και ο σπάγκος.
Οι καπνοβελόνες ήταν ειδικές, μεγάλες, επίπεδες βελόνες από ατσάλι, μήκους περίπου 60-80 εκατοστών, αιχμηρή στην πλευρά και από την άλλη είχε τρύπα όπου περνούσε ο ανθεκτικός σπάγκος.
Η βελόνα τοποθετούνταν στην μασχάλη κρατιόταν οριζόντια με το ένα χέρι και το άλλο έπαιρναν δυο ή τρία φύλλα και τα βελόνιαζαν από το κοτσάνι περίπου ένα εκατοστό κάτω από τη βάση του φύλλου. Μόλις γέμιζε η βελόνα, έσπρωχναν τα φύλλα με προσοχή προς τα πίσω, περνώντας τα στον σπάγκο που ήταν δεμένος στην άκρη της.
Η αρμαθιά είχε μήκος από 2 έως 2,5 μέτρα και οι άκρες του σπάγκου δένονταν σε θηλιές.
Είναι πολύ σημαντικό τα φύλλα να τοποθετούνται με συγκεκριμένο τρόπο στη βελόνα συνήθως με την κάτω όψη τους, η “πλάτη”, να ακουμπά η μία την άλλη , αν κολλούσαν πρόσωπο με πρόσωπο, δεν θα πέρναγε ο αέρας ανάμεσά τους κατά το στέγνωμα, με αποτέλεσμα να σαπίσουν (να «ανάψουν»).





θ) Η ξήρανση
Οι αρμαθιές οδηγούνταν στις λιάστρες, εκεί όπου γινόταν η ξήρανση, εκεί θα φαινόταν αν όλος ο κόπος των προηγούμενων μηνών θα έπιανε τόπο.
Οι λιάστρες ήταν τετράγωνα τελάρα μήκους 2,5 έως 3 μέτρων και πλάτους 2 μέτρων, φτιαγμένα με ξύλινα καδρόνια και ένα επιπλέον καδρόνι στη μέση. Στα ακρινά καδρόνια, καθώς και στο μεσαίο, υπήρχαν καρφωμένα καρφιά σε ίσα διαστήματα. Οι αρμαθιές κρεμιούνταν προσεκτικά, ώστε τα φύλλα να αερίζονται και να τα βλέπει ο ήλιος.
Η λιάστρα γινόταν για λίγο ακόμη ένα κομμάτι της ζωής του χωριού. Παντού υπήρχαν κρεμασμένες αρμαθιές και το πράσινο χρώμα των φρέσκων φύλλων άρχιζε σιγά-σιγά να αλλάζει χρώμα σε χρυσοκίτρινο ή βαθύ καφέ.
Επιπλέον, υπήρχε μια κατασκευή δύο σειρών με μήκος 5 έως 10 μέτρα και πλάτος 2 μέτρα η καθεμία.
Τα οριζόντια καδρόνια ήταν στερεωμένα σε ύψος 50 εκ., ενώ στη μέση υπήρχαν δοκάρια ύψους 2 μέτρων, σχηματίζοντας μια τριγωνική σκεπή.
Πάνω στην τριγωνική σκεπή ήταν απλωμένο ένα αντίσκηνο, το οποίο σκέπαζε όλη την κατασκευή κάθε βράδυ ή όταν υπήρχε καταιγίδα, ενώ άνοιγε το πρωί.
Στα οριζόντια καδρόνια ήταν καρφωμένα καρφιά, όπου στερεώνονταν οι θηλιές των αρμαθιών.


ι) Φούντες – Καθάρισμα – Πάστωμα
Οι «φούντες» ήταν πολλές αρμαθιές μαζί, διπλωμένες και αποξηραμένες, των οποίων οι θηλιές περνιούνταν σε γάντζο. Τις κρεμούσαν στην οροφή της αποθήκης μέχρι να μαλακώσουν τα φύλλα από την υγρασία των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου. Όταν τα φύλλα έχουν πάρει υγρασία, ώστε να μην τρίβονται, τότε κατέβαζαν τις φούντες και κάθε αρμαθιά, κάθε φύλλο εξεταζόταν για την ποιότητά του.
Κάθε καπνοπαραγωγός γνώριζε ότι η ποιότητα είχε άμεση σχέση με την τιμή που θα έπιανε ο καπνός.
Γι’ αυτό το ξεχώρισμα γινόταν με μεγάλη προσοχή — μια δουλειά που μπορούσε να κρατήσει πολλές ώρες.
Αφαιρούσαν τα κακής ποιότητας φύλλα, δηλαδή αυτά που ήταν σκουρόχρωμα/μαύρα ή όσα είχαν ξεραθεί με περονόσπορο, ο οποίος άφηνε μαύρες κηλίδες στην επιφάνειά τους.
Μετά τον καθαρισμό, έστρωναν τις αρμαθιές στην αποθήκη ή σε κάποιο δωμάτιο, στοιβαγμένες σε επίπεδα και καλυμμένες με το αντίσκηνο. Το αντίσκηνο αφαιρούταν για λίγο κάθε μέρα, ώστε να αερίζεται ο καπνός και να μην μουχλιάσει. Εκεί παρέμεναν μέχρι να γίνει ο πρώτος έλεγχος από τον εκπρόσωπο του αγοραστή, ο οποίος αποτελούσε τον φόβο και τον τρόμο του παραγωγού.
Τα κριτήριά του δεν βασίζονταν πάντα στην καλή ποιότητα του καπνού, αλλά και στο αν ο παραγωγός ήταν υποστηρικτής της εκάστοτε κυβέρνησης ή όχι.
Θυμάμαι που πολλές φορές τα έβγαζε ακατάλληλα, με αποτέλεσμα να πρέπει να τα ξανακαθαρίσουμε, ακόμη μία ή και δύο φορές.

Την τελευταία χρονιά που καλλιεργήσαμε καπνό, στους ελέγχους του τα έβρισκε πάντα ακατάλληλα και τελικά μας υποχρέωσε να τα κάψουμε.
Μετά το κάψιμο της σοδειάς, ο πατέρας μου έφυγε για το Βέλγιο και μετά από ένα εξάμηνο, έφυγε και η μητέρα μου. Μείναμε πίσω εγώ, ο αδελφός μου και η γιαγιά μου.
Η δυσκολία της καλλιέργειας του καπνού ανάγκασε πολλά ζευγάρια να φύγουν στο εξωτερικό, κυρίως στη Γερμανία, αφήνοντας την ανατροφή των παιδιών στον παππού και στη γιαγιά. Φυσικά, έφευγαν με την προοπτική να μείνουν για λίγα χρόνια, αλλά τα λίγα χρόνια στο τέλος γίνονταν μόνιμα.
Μεγάλο βάσανο τα καπνά, ιδιαίτερα για εμάς που ήμασταν παιδιά τότε, αφού στερούμασταν όλο το καλοκαίρι το παιχνίδι, το μπάνιο στο ποτάμι και το ψάρεμα με τα χέρια.
Η μόνη καλή μέρα του καλοκαιριού ήταν ο Δεκαπενταύγουστος, που ήταν αργία — αν και τι αργία δηλαδή, αφού το απόγευμα πηγαίναμε πάλι για το μάζεμα του καπνού, ώστε την επόμενη να έχουν να αρμαθιάσουν όσοι έμεναν στο σπίτι, μέχρι να επιστρέψουν οι υπόλοιποι από το πρωινό μάζεμα.
Αν και τα χρόνια εκείνα ήταν δύσκολα, ήταν ταυτόχρονα και όμορφα. Υπήρχε αγάπη, αλληλεγγύη και συμπόνια• η μία οικογένεια βοηθούσε την άλλη και ήμασταν όλοι μαζί, τόσο στις χαρές όσο και στις πίκρες. Ώσπου, τελικά, ήρθε η ΔΕΗ, μας πήρε τα όνειρά μας και τα έπνιξε στον βυθό της λίμνης Πολυφύτου.